Η σύγχρονη καρδιολογική έρευνα, η οποία διεξάγεται με αμείωτο ρυθμό σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει πλέον εστιάσει το ενδιαφέρον της και τις επιστημονικές της προσπάθειες στην αποτελεσματική αξιοποίηση των προηγμένων δυνατοτήτων που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της στροφής είναι η επίτευξη της έγκαιρης και ακριβούς ανίχνευσης των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, μιας παθολογικής κατάστασης με δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών.
Ο Reader Προσωποποιημένης Καρδιαγγειακής Ιατρικής στη Γ’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), η οποία λειτουργεί εντός του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου, κύριος Κωνσταντίνος Μπακογιάννης, σε δηλώσεις του προς το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ), στο περιθώριο των «Ιπποκρατείων Ημερών Καρδιολογίας 2026», επεσήμανε τα εξής:
«Η προσοχή μας τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται στο πώς η τεχνητή νοημοσύνη και οι φορετές συσκευές μπορούν να βοηθήσουν στην έγκαιρη ανίχνευση και πρόληψη, στοχεύοντας στον εντοπισμό ατόμων που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο».
Το εν λόγω συνέδριο, το οποίο διεξήχθη στις 14 και 15 Μαΐου στην πόλη της Θεσσαλονίκης, οργανώθηκε από τη Β’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), σε συνεργασία με την Εταιρεία Αθηροσκλήρωσης Βορείου Ελλάδος.

Ο «σιωπηλός» κίνδυνος
Όπως διευκρινίζει ο κύριος Μπακογιάννης, υφίστανται περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι παρουσιάζουν, πολλές φορές, μικρά ή και μεγαλύτερα εγκεφαλικά επεισόδια, χωρίς να υπάρχει εμφανής υποκείμενη αιτία ή κάποια καρδιολογική ή άλλη παθολογική κατάσταση που να δικαιολογεί την εκδήλωσή τους. Αυτή η απουσία σαφούς αιτιολογίας καθιστά τη διάγνωση και την πρόληψη ιδιαίτερα πρόκληση για την ιατρική κοινότητα.
Ένα ελαφρού βαθμού εγκεφαλικό επεισόδιο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί με σχετική ευκολία και συχνά με πλήρη αποκατάσταση των λειτουργιών. Ωστόσο, εάν η βαρύτητά του είναι μεγαλύτερη, οι επιπτώσεις του δύνανται να επηρεάσουν σημαντικά τόσο τη λειτουργικότητα του ατόμου, προκαλώντας αναπηρίες, όσο και την ποιότητα της ζωής του, απαιτώντας μακροχρόνια αποκατάσταση και φροντίδα.
Ένας από τους πλέον σημαντικούς «κρυφούς» παράγοντες κινδύνου, ο οποίος συχνά παραμένει αδιάγνωστος, συνιστά η κολπική μαρμαρυγή. Πρόκειται για μια αρρυθμία κατά την οποία οι κόλποι της καρδιάς, δηλαδή οι άνω κοιλότητες, λειτουργούν ακανόνιστα και με χαοτικό τρόπο, αντί να συστέλλονται αποτελεσματικά. Αυτή η μη φυσιολογική λειτουργία ευνοεί τη δημιουργία θρόμβων αίματος εντός των κόλπων. Αυτοί οι θρόμβοι έχουν τη δυνατότητα να μεταφερθούν μέσω της κυκλοφορίας του αίματος στον εγκέφαλο, όπου μπορούν να αποφράξουν ένα αγγείο και να προκαλέσουν ένα ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ο κύριος Μπακογιάννης σημειώνει, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, ότι:
«Ξέρουμε ότι το 25%-30% των εγκεφαλικών επεισοδίων οφείλεται σε “σιωπηλή” κολπική μαρμαρυγή».
Αυτή η μορφή κολπικής μαρμαρυγής είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς συχνά δεν προκαλεί κανένα αισθητό σύμπτωμα στον ασθενή, καθιστώντας την ανίχνευσή της εξαιρετικά δύσκολη χωρίς ειδικές εξετάσεις.
Ιδιαίτερη δυσκολία στη διάγνωση παρουσιάζει η παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή, η οποία αποτελεί την πιο συχνή μορφή της κολπικής μαρμαρυγής. Κατά τη διάρκεια αυτής της κατάστασης, τα επεισόδια αρρυθμίας εμφανίζονται αιφνίδια και υποχωρούν αυτόματα εντός χρονικού διαστήματος 24 έως 48 ωρών. Για την επίσημη θέσπιση διάγνωσης, απαιτείται η καταγραφή συνεχόμενης αρρυθμίας για τουλάχιστον 30 δευτερόλεπτα. Αυτό δεν είναι πάντοτε εφικτό με τις συμβατικές διαγνωστικές μεθόδους, όπως το απλό ηλεκτροκαρδιογράφημα ή το Holter 24 ωρών, δεδομένου ότι ένα επεισόδιο μπορεί να εκδηλωθεί ακόμη και μία φορά κάθε λίγους μήνες, καθιστώντας την πιθανότητα καταγραφής του κατά τη διάρκεια μιας τυπικής εξέτασης πολύ μικρή.
Αλγόριθμοι που «βλέπουν» ό,τι χάνει το ανθρώπινο μάτι
Με στόχο τον εντοπισμό ατόμων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης κολπικής μαρμαρυγής και την έγκαιρη πρόληψη των συνεπαγόμενων εγκεφαλικών επεισοδίων, η επιστημονική έρευνα στρέφεται πλέον προς την εφαρμογή και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνολογία αυτή προσφέρει νέες δυνατότητες για την ανάλυση δεδομένων και την αναγνώριση προτύπων που διαφεύγουν της ανθρώπινης παρατήρησης.
Ο κύριος Μπακογιάννης αναφέρει σχετικά με τον τρόπο που η τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλει σε αυτή την προσπάθεια:
«Η τεχνητή νοημοσύνη μας βοηθά σε πολλά επίπεδα. Ένα από τα βασικά είναι ότι μπορούμε, ακόμη και από ένα φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα, να εντοπίσουμε ποια άτομα έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν κολπική μαρμαρυγή. Αυτό συμβαίνει γιατί, πριν εκδηλωθεί η αρρυθμία, υπάρχουν μικρές δομικές αλλαγές στην καρδιά, όπως η μεγέθυνση των κόλπων. Αυτές οι αλλαγές είναι τόσο λεπτές που το ανθρώπινο μάτι δύσκολα τις εντοπίζει».
Ο ίδιος προσθέτει, τονίζοντας την ενισχυμένη διαγνωστική ικανότητα:
«Με τη χρήση αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης βελτιώνεται έτσι η προβλεπτική μας ικανότητα και μπορούμε να εντοπίσουμε ποιος έχει μεγαλύτερο κίνδυνο, ακόμη και χωρίς συμπτώματα».
Επιπλέον, ο κύριος Μπακογιάννης επισημαίνει ότι προς την ίδια κατεύθυνση της έγκαιρης ανίχνευσης και πρόληψης κινούνται και οι φορετές συσκευές, όπως τα έξυπνα ρολόγια, καθώς και τα σύγχρονα πιεσόμετρα που διαθέτουν ενσωματωμένη δυνατότητα ανίχνευσης αρρυθμιών. Αυτές οι τεχνολογίες επιτρέπουν τη συνεχή παρακολούθηση των καρδιακών ρυθμών και την καταγραφή πιθανών ανωμαλιών στην καθημερινότητα των ατόμων.
Τα αντιπηκτικά φάρμακα αποτελούν την κύρια «ασπίδα» προστασίας έναντι των εγκεφαλικών επεισοδίων σε ασθενείς που πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή. Ωστόσο, η χορήγησή τους ενέχει τον κίνδυνο αύξησης των αιμορραγιών, γεγονός που απαιτεί προσεκτική στάθμιση των παραγόντων. Όπως επισημαίνει ο κύριος Μπακογιάννης, η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ του οφέλους της πρόληψης των εγκεφαλικών επεισοδίων και του κινδύνου των αιμορραγιών για κάθε ασθενή ξεχωριστά αποτελεί ακριβώς το πεδίο όπου η προσωποποιημένη ιατρική, με την υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης, δύναται να αποδειχθεί καθοριστική. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αναλύσει πληθώρα δεδομένων για τον κάθε ασθενή, βοηθώντας τους ιατρούς να λάβουν πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Ο κύριος Μπακογιάννης προσθέτει σχετικά με την εξατομίκευση της θεραπείας:
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί επίσης να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε ποιος ασθενής ωφελείται περισσότερο από μια θεραπεία και να συμβάλει στην εξατομίκευσή της».
Αυτό σημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, μειώνοντας τις ανεπιθύμητες ενέργειες και βελτιώνοντας τα κλινικά αποτελέσματα.
Σε πειραματικό στάδιο οι έρευνες
Ο κύριος Μπακογιάννης τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη θα ενσωματωθεί πλήρως στην καθημερινή κλινική πρακτική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι αλγόριθμοι βρίσκονται ακόμη σε πειραματικό στάδιο, με τις σχετικές μελέτες να έχουν διεξαχθεί κυρίως σε μικρούς πληθυσμούς ασθενών. Η μετάβαση από το ερευνητικό στο κλινικό περιβάλλον απαιτεί αυστηρές διαδικασίες επικύρωσης και αξιολόγησης.
Για την οριστική επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας αυτών των αλγορίθμων, απαιτούνται εκτεταμένες έρευνες σε μεγαλύτερους και πιο ετερογενείς πληθυσμούς. Αυτές οι μελέτες θα πρέπει να καλύπτουν διαφορετικές εθνικότητες, ηλικιακές ομάδες και κλινικά προφίλ, ώστε να διασφαλιστεί η γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.
Ο κύριος Μπακογιάννης εξηγεί τους παράγοντες που επηρεάζουν την ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην κλινική πράξη:
«Το αν όλα αυτά θα ενταχθούν σύντομα στην καθημερινή κλινική πράξη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τη διαθεσιμότητα δεδομένων, το ρυθμιστικό πλαίσιο και τη συνολική οργάνωση του συστήματος υγείας. Αν εφαρμοστούν μαζικά τέτοια εργαλεία, μπορεί να οδηγήσουν και σε υπερβολική χρήση υπηρεσιών υγείας, με περισσότερους ανθρώπους να ανησυχούν και να απευθύνονται συχνότερα στους γιατρούς. Όλα αυτά τα ζητήματα βρίσκονται υπό συνεχή συζήτηση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Γι’ αυτό παραμένω συγκρατημένος ως προς το πότε θα μπορούμε να πούμε ότι τέτοια εργαλεία αποτελούν μέρος της καθημερινής κλινικής πρακτικής ».
Η Γ’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με πρωτοπόρο τον καθηγητή Βασίλη Βασιλικό, δραστηριοποιείται ενεργά σε αυτόν τον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης στην καρδιολογία για περισσότερο από μία δεκαετία. Σήμερα, η Κλινική διεξάγει μελέτες σε ασθενείς που πάσχουν από παροξυσμική κολπική μαρμαρυγή, καθώς και σε ασθενείς μετά από κατάλυση, με απώτερο σκοπό την πρόβλεψη της υποτροπής της αρρυθμίας. Οι μελέτες αυτές πραγματοποιούνται σε συνεργασία με πανεπιστήμια του εξωτερικού, προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα των αλγορίθμων σε διαφορετικούς πληθυσμούς και να διασφαλιστεί η ευρεία εφαρμοσιμότητά τους.