Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) έχει πλέον διεισδύσει με αλματώδεις ρυθμούς στην καθημερινότητα των ανθρώπων, μετασχηματίζοντας ποικίλες πτυχές της προσωπικής και επαγγελματικής τους ζωής, και ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός ατόμων στρέφεται προς αυτήν για την αναζήτηση συμβουλών και πληροφοριών. Ωστόσο, δικηγόροι στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής εκδίδουν αυστηρές προειδοποιήσεις προς τους πελάτες τους, τονίζοντας την ανάγκη να μην αντιμετωπίζουν τα chatbots, όπως το ChatGPT, ως έμπιστα πρόσωπα ή εμπιστευτικούς συνομιλητές. Η προειδοποίηση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη σε περιπτώσεις όπου διακυβεύεται η προσωπική ελευθερία ενός ατόμου ή η νομική του ευθύνη, καθώς οι αλληλεπιδράσεις με τέτοια εργαλεία ενδέχεται να μην προστατεύονται από το απόρρητο.
Οι εν λόγω προειδοποιήσεις από την πλευρά των νομικών επαγγελματιών έχουν ενταθεί σημαντικά, κυρίως λόγω μιας πρόσφατης απόφασης που εκδόθηκε φέτος από ομοσπονδιακό δικαστή στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας που είχε κηρύξει πτώχευση δεν είχε το δικαίωμα να αποκρύψει τις συνομιλίες του με ένα chatbot από τους εισαγγελείς, οι οποίοι τον κατηγορούσαν για απάτη. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τη δυνητική έκθεση των ψηφιακών συνομιλιών σε νομικές διαδικασίες.
Όπως επισημαίνεται σε σχετικό άρθρο του Reuters, οι δικηγόροι τονίζουν ότι οι συνομιλίες που διεξάγονται με chatbots, όπως το Claude ή το ChatGPT, είναι δυνατόν να περιέλθουν στα χέρια εισαγγελικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις ή αντιδίκων σε αστικές διαφορές. Αυτή η πιθανότητα δημιουργεί ένα νέο πεδίο ανησυχίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και των νομικών πληροφοριών.
Στο νομικό σύστημα των ΗΠΑ, οι συζητήσεις μεταξύ πελάτη και δικηγόρου θεωρούνται σχεδόν πάντοτε εμπιστευτικές και προστατεύονται από το δικηγορικό απόρρητο, ένα θεμελιώδες δικαίωμα που διασφαλίζει την ελεύθερη επικοινωνία και την αποτελεσματική υπεράσπιση. Ωστόσο, τα chatbots δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των δικηγόρων και, ως εκ τούτου, το δικηγορικό απόρρητο δεν ισχύει σε αυτήν την περίπτωση. Για τον λόγο αυτό, οι νομικοί συμβουλεύουν τους πελάτες τους να υιοθετούν συγκεκριμένα μέτρα και πρακτικές, με σκοπό τη διασφάλιση μεγαλύτερης ιδιωτικότητας και προστασίας των πληροφοριών τους κατά τις αλληλεπιδράσεις τους με τέτοια εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης.

20.04.2026, 13:16
Κινδυνεύει το δικηγορικό απόρρητο από τα chatbots
Οι δικηγορικές εταιρείες, αναγνωρίζοντας τους αναδυόμενους κινδύνους, έχουν αρχίσει να αποστέλλουν ενημερωτικά email και να αναρτούν συστάσεις στις επίσημες ιστοσελίδες τους, με στόχο την έγκαιρη προειδοποίηση των πελατών τους σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει η υπερβολική εμπιστοσύνη ή η αλόγιστη χρήση των chatbots. Αυτές οι προειδοποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε γενικές συμβουλές, αλλά ενσωματώνονται πλέον και σε συμβάσεις συνεργασίας, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος των νομικών συμφωνιών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρακτικής είναι η ρητή αναφορά σε συμβάσεις ότι η κοινοποίηση νομικών συμβουλών ή ευαίσθητων πληροφοριών σε ένα chatbot μπορεί να ακυρώσει το λεγόμενο «δικηγορικό απόρρητο». Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε πληροφορία μοιραστεί με ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και αν αφορά νομικά ζητήματα, ενδέχεται να μην προστατεύεται από το νομικό πλαίσιο που καλύπτει την επικοινωνία μεταξύ πελάτη και δικηγόρου, καθιστώντας την προσβάσιμη σε τρίτους ή σε δικαστικές αρχές.
Η απώλεια του δικηγορικού απορρήτου μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τους πελάτες, καθώς εκθέτει σε κίνδυνο την υπερασπιστική τους γραμμή και τις στρατηγικές τους. Οι δικηγόροι τονίζουν ότι η φύση των chatbots, ως μη νομικών οντοτήτων, δεν επιτρέπει την εφαρμογή των ίδιων κανόνων εμπιστευτικότητας που διέπουν την παραδοσιακή σχέση δικηγόρου-πελάτη. Ως εκ τούτου, η χρήση τους για τη συζήτηση ευαίσθητων νομικών θεμάτων ή την αναζήτηση νομικών συμβουλών πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή και επίγνωση των πιθανών νομικών επιπτώσεων. Η ενσωμάτωση αυτών των προειδοποιήσεων στις συμβάσεις υπογραμμίζει τη σοβαρότητα του ζητήματος και την προσπάθεια των νομικών να προστατεύσουν τους πελάτες τους από ακούσιες αποκαλύψεις που θα μπορούσαν να βλάψουν την υπόθεσή τους.

Το chatbot «έκαψε» τον κατηγορούμενο
Η δικαστική απόφαση που αποτέλεσε την αφορμή για την εντατικοποίηση των προειδοποιήσεων και την πρόκληση ευρύτερων αντιδράσεων στον νομικό κόσμο αφορά την υπόθεση του Μπράντλεϊ Χέπνερ (Bradley Heppner). Ο κύριος Χέπνερ, ο οποίος διετέλεσε πρώην επικεφαλής μιας εταιρείας που κήρυξε πτώχευση, αντιμετωπίζει κατηγορίες για απάτη, δηλώνοντας ωστόσο την αθωότητά του. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας της υπεράσπισής του και προκειμένου να συντάξει διάφορες αναφορές και έγγραφα σχετικά με την υπόθεσή του, ο ίδιος απευθύνθηκε στο chatbot Claude, χρησιμοποιώντας το ως εργαλείο για την επεξεργασία πληροφοριών και τη δημιουργία κειμένων.
Στη συνέχεια, ο Μπράντλεϊ Χέπνερ μοιράστηκε αυτές τις αναφορές, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί με τη βοήθεια του chatbot, με τους δικηγόρους του. Οι νομικοί του εκπρόσωποι υποστήριξαν ότι οι συνομιλίες αυτές, καθώς και τα παραγόμενα έγγραφα, θα έπρεπε να προστατεύονται από το δικηγορικό απόρρητο, δεδομένου ότι περιείχαν στοιχεία και πληροφορίες που σχετίζονταν άμεσα με τη νομική του υπεράσπιση. Ωστόσο, οι εισαγγελικές αρχές δεν πείστηκαν από αυτό το επιχείρημα. Αντιθέτως, έφεραν ως αντεπιχείρημα ότι είχαν κάθε δικαίωμα πρόσβασης σε αυτές τις συνομιλίες, καθώς οι δικηγόροι του Χέπνερ δεν συμμετείχαν άμεσα στις αρχικές αλληλεπιδράσεις με το chatbot. Επιπλέον, τόνισαν ότι το δικηγορικό απόρρητο δεν ισχύει για συνομιλίες με chatbots, καθώς αυτά δεν αποτελούν νομικά πρόσωπα ή μέρη της σχέσης δικηγόρου-πελάτη.
Ο ομοσπονδιακός δικαστής Τζεντ Ράκοφ (Jed Rakoff), ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση, αποφάσισε τελικά ότι ο Μπράντλεϊ Χέπνερ οφείλει να παραδώσει 31 σχετικά έγγραφα στις εισαγγελικές αρχές. Στην απόφασή του, ο δικαστής Ράκοφ επισημείωσε με σαφήνεια ότι «δεν υφίσταται —ούτε μπορεί να υπάρξει— σχέση δικηγόρου–πελάτη μεταξύ ενός χρήστη AI και μιας πλατφόρμας όπως το Claude». Η δήλωση αυτή καθιστά σαφές ότι οι αλληλεπιδράσεις με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης δεν απολαμβάνουν την ίδια νομική προστασία με τις επικοινωνίες με έναν πραγματικό δικηγόρο, θέτοντας ένα σημαντικό προηγούμενο για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε νομικές υποθέσεις.
«Πονοκέφαλος» για τους δικαστές το AI
Η αυξανόμενη και ανεξέλεγκτη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης έχει αρχίσει να προκαλεί σημαντικό «πονοκέφαλο» και προβληματισμό στους δικαστές σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουν ήδη καταγραφεί αρκετά περιστατικά όπου έχουν κατατεθεί στα δικαστήρια έγγραφα τα οποία περιείχαν αναφορές σε ανύπαρκτες υποθέσεις ή νομικά προηγούμενα, τα οποία είχαν δημιουργηθεί εξ ολοκλήρου από την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό το φαινόμενο δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και απαιτεί από τους δικαστές και τους δικαστικούς υπαλλήλους να επαληθεύουν με μεγαλύτερη επιμέλεια την ακρίβεια και την εγκυρότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται, επιβαρύνοντας το δικαστικό σύστημα με πρόσθετο φόρτο εργασίας και καθυστερήσεις.
Ενώ η απόφαση του δικαστή Ράκοφ έθεσε ένα σαφές πλαίσιο για τους δικηγόρους και τους πελάτες τους σχετικά με τη νομική προστασία που αφορά στις δικαστικές διαδικασίες και τη χρήση της ΤΝ, την ίδια ημέρα υπήρξε και μια άλλη δικαστική απόφαση, η οποία παρουσίασε μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα. Αυτή η αντίθεση υπογραμμίζει την έλλειψη ομοιογένειας και την ανάγκη για περαιτέρω νομική αποσαφήνιση.
Συγκεκριμένα, ο Αμερικανός δικαστής Άντονι Πάτι (Anthony Patti) στο Μίσιγκαν, εξέφρασε μια αντίθετη άποψη σε μια υπόθεση που χειρίστηκε. Ο δικαστής Πάτι δήλωσε ότι μια γυναίκα, η οποία εκπροσωπούσε τον εαυτό της (pro se) σε μια υπόθεση εναντίον ενός εργοδότη, δεν ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει τις συνομιλίες της με ένα chatbot που αφορούσαν τους ισχυρισμούς περί απασχόλησης που έγιναν στην υπόθεση. Όπως σημείωσε ο δικαστής, τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης «είναι εργαλεία, όχι νομικά πρόσωπα». Αυτή η δήλωση υποδηλώνει ότι, κατά την άποψή του, η αλληλεπίδραση με ένα εργαλείο δεν δημιουργεί τις ίδιες υποχρεώσεις αποκάλυψης με την επικοινωνία με ένα φυσικό πρόσωπο ή μια νομική οντότητα, διαφοροποιώντας την προσέγγιση από αυτή του δικαστή Ράκοφ.
Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι όροι χρήσης των εταιρειών που αναπτύσσουν τα chatbots, όπως η OpenAI και η Anthropic, αναφέρουν ρητά ότι τα δεδομένα των χρηστών μπορεί να κοινοποιηθούν σε τρίτους. Επιπλέον, οι ίδιες εταιρείες προτρέπουν τους χρήστες να συμβουλεύονται ειδικούς για νομικά ζητήματα, υπογραμμίζοντας έτσι την περιορισμένη φύση των υπηρεσιών που παρέχουν τα chatbots και την απουσία νομικής ευθύνης εκ μέρους τους. Αυτές οι ρήτρες στους όρους χρήσης ενισχύουν την ανάγκη για προσοχή και επαγγελματική νομική συμβουλή.

Οι συμβουλές των δικηγόρων
Προκειμένου να προφυλάξουν τους πελάτες τους από τους πιθανούς νομικούς κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση των chatbots, οι νομικοί επαγγελματίες πλέον υιοθετούν ορισμένες συγκεκριμένες πρακτικές και στρατηγικές. Μία από αυτές τις πρακτικές αφορά τη χρήση συγκεκριμένης διατύπωσης κατά την υποβολή ερωτήσεων προς τα chatbots. Δηλαδή, οι δικηγόροι συμβουλεύουν τους πελάτες τους να δηλώνεται ρητά, εντός των ερωτήσεων ή των εντολών που δίνονται στο chatbot, ότι η έρευνα ή η επεξεργασία πληροφοριών γίνεται κατόπιν εντολής δικηγόρου. Ο στόχος αυτής της προσέγγισης είναι να ενισχυθεί η νομική προστασία των πληροφοριών, δημιουργώντας ένα επιχείρημα ότι η αλληλεπίδραση αυτή αποτελεί μέρος της σχέσης δικηγόρου-πελάτη, ακόμη και αν το chatbot δεν είναι νομικό πρόσωπο.
Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες αυτές, πολλές εταιρείες που αναπτύσσουν και παρέχουν υπηρεσίες chatbots πλέον ενσωματώνουν ρητές ρήτρες και προειδοποιήσεις στους όρους χρήσης τους. Αυτές οι ρήτρες ενημερώνουν τους χρήστες ότι η κοινοποίηση ευαίσθητων ή εμπιστευτικών πληροφοριών σε τέτοιες πλατφόρμες μπορεί να έχει σοβαρές νομικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της απώλειας του δικηγορικού απορρήτου ή της έκθεσης των πληροφοριών σε τρίτους. Αυτό δημιουργεί ένα περίπλοκο νομικό τοπίο, όπου η ευθύνη για την προστασία των δεδομένων μετατοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στον χρήστη.
Οι ειδικοί στον τομέα του δικαίου και της τεχνολογίας θεωρούν ότι οι αποφάσεις οι οποίες θα παρθούν στο μέλλον από τα δικαστήρια, καθώς και οι νομοθετικές ρυθμίσεις που αναμένεται να θεσπιστούν, θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου γύρω από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε νομικές υποθέσεις. Η ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας απαιτεί μια αντίστοιχα ταχεία προσαρμογή του νομικού συστήματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών και η ακεραιότητα της δικαιοσύνης. Η ανάγκη για σαφείς κατευθυντήριες γραμμές και νομοθετικές ρυθμίσεις είναι επιτακτική, ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που θέτει η Τεχνητή Νοημοσύνη στο πεδίο του δικαίου.
Πηγή:protothema.gr