Ένα καινοτόμο πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο αναπτύχθηκε με στόχο την ενίσχυση της ικανότητας πρόβλεψης και ανίχνευσης κρίσιμων φαινομένων, έχει πλέον τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τόσο τις ηλιακές καταιγίδες όσο και τις φυσικές καταστροφές που εκδηλώνονται στον πλανήτη μας. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της κατανόησης και της διαχείρισης των επιπτώσεων αυτών των φαινομένων.
Νέο πρόγραμμα ESA αναλύει δορυφορικά δεδομένα για την πρόγνωση διαστημικού καιρού και την ανίχνευση σημάτων από σεισμούς, τσουνάμι και ηφαιστειακές εκρήξεις

Στις 24 Μαΐου 2026, περίπου στις 10:52, ένα περιστατικό ηλιακής καταιγίδας, χαρακτηριζόμενης ως μέτριας έντασης, επηρέασε τον πλανήτη Γη, προκαλώντας σημαντικές και καταστροφικές συνέπειες σε κρίσιμες υποδομές. Συγκεκριμένα, η εταιρεία SpaceX είχε μόλις ολοκληρώσει την εκτόξευση 49 δορυφόρων της σειράς Starlink, οι οποίοι προορίζονταν να ενισχύσουν το παγκόσμιο δίκτυο δορυφορικού διαδικτύου. Ωστόσο, η αυξημένη ατμοσφαιρική αντίσταση που προκλήθηκε από την ηλιακή καταιγίδα είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη έξοδο 38 εκ των δορυφόρων αυτών από την τροχιά τους. Κατά την επανείσοδό τους στην ατμόσφαιρα της Γης, οι εν λόγω δορυφόροι κάηκαν, καθιστώντας τους μη λειτουργικούς και προκαλώντας μια σημαντική απώλεια για την εταιρεία και την αποστολή της. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει με εμφατικό τρόπο την ευπάθεια των διαστημικών υποδομών έναντι των φαινομένων του διαστημικού καιρού.
Οι ηλιακές καταιγίδες, όταν εκδηλώνονται και αλληλεπιδρούν με το μαγνητικό πεδίο της Γης, έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν εκτεταμένες διαταραχές σε ένα ευρύ φάσμα συστημάτων και λειτουργιών που είναι ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον. Οι επιπτώσεις τους μπορούν να περιλαμβάνουν σοβαρές δυσλειτουργίες στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, οδηγώντας σε εκτεταμένες διακοπές ρεύματος, καθώς και προβλήματα στα σιδηροδρομικά συστήματα, επηρεάζοντας την ασφάλεια και την ομαλή λειτουργία των μεταφορών. Επιπλέον, οι δορυφόροι, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την επικοινωνία, την πλοήγηση, την πρόγνωση καιρού και την επιστημονική έρευνα, είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε τέτοια φαινόμενα, με κίνδυνο απώλειας λειτουργικότητας ή ακόμα και καταστροφής. Ακόμη και τα οικοσυστήματα του πλανήτη μπορούν να επηρεαστούν, καθώς οι μεταβολές στο μαγνητικό πεδίο της Γης ενδέχεται να διαταράξουν τα συστήματα πλοήγησης ορισμένων ειδών ζώων. Το προαναφερθέν περιστατικό με τους δορυφόρους Starlink αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυνητικά καταστροφικών επιπτώσεων που μπορούν να έχουν τα διαστημικά καιρικά φαινόμενα. Η σοβαρότητα αυτών των επιπτώσεων αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για την ανάπτυξη και εφαρμογή πιο ακριβών και αξιόπιστων μεθόδων πρόγνωσης των διαστημικών καιρικών φαινομένων, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι και να προστατευθούν οι κρίσιμες υποδομές.
Το έργο «Swarm-AWARE»
Ένα νέο ερευνητικό έργο, το οποίο φέρει την ονομασία «Swarm-AWARE», έχει αναλάβει την πρωτοβουλία να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτή την πρόκληση, εστιάζοντας στην ανάπτυξη προηγμένων μεθόδων πρόγνωσης και ανίχνευσης. Το έργο αυτό τελεί υπό την επιστημονική ηγεσία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, ενός κορυφαίου ερευνητικού ιδρύματος στην Ελλάδα, και χρηματοδοτείται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA), έναν από τους σημαντικότερους φορείς στην παγκόσμια διαστημική έρευνα. Η επίσημη παρουσίαση του έργου «Swarm-AWARE» πραγματοποιήθηκε προσφάτως στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γεωεπιστημών (EGU General Assembly 2026), μιας εκδήλωσης υψηλού κύρους που έλαβε χώρα στη Βιέννη και προσέλκυσε την προσοχή περισσότερων από 20.000 συνέδρων από όλο τον κόσμο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία και το ενδιαφέρον που συγκεντρώνει η συγκεκριμένη ερευνητική προσπάθεια.
Οι ερευνητές που συμμετέχουν στο έργο «Swarm-AWARE» επικεντρώνονται στη συστηματική μελέτη και ανάλυση δεδομένων που προέρχονται από τη διαστημική αποστολή «Swarm». Η αποστολή αυτή, η οποία αποτελείται από έναν σχηματισμό τριών δορυφόρων, έχει σχεδιαστεί για να πετάει σε χαμηλή γήινη τροχιά, εντός της ιονόσφαιρας, ενός κρίσιμου στρώματος της ατμόσφαιρας της Γης. Μέσω αυτής της διάταξης, η αποστολή «Swarm» έχει επιτύχει την ακριβέστερη αποτύπωση του μαγνητικού πεδίου της Γης και των σχετικών φαινομένων μέχρι σήμερα. Οι δορυφόροι της αποστολής είναι εξοπλισμένοι με μαγνητόμετρα υψηλής ευκρίνειας, τα οποία συλλέγουν πληθώρα δεδομένων. Αυτά τα δεδομένα περιλαμβάνουν μετρήσεις του μαγνητικού πεδίου, του πλάσματος και των ηλεκτρικών πεδίων στην ιονόσφαιρα. Ο πρωταρχικός σκοπός της συλλογής αυτών των δεδομένων είναι η μέτρηση και η παρακολούθηση των μεταβολών που προκαλούνται είτε από ενδογενή αίτια, δηλαδή φαινόμενα που οφείλονται σε διεργασίες εντός της Γης, όπως γεωλογικές δραστηριότητες, είτε από εξωγενή αίτια, τα οποία προέρχονται από το διάστημα, όπως οι ηλιακές καταιγίδες. Η ικανότητα διάκρισης μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών αιτιών είναι κρίσιμη για την κατανόηση και την πρόγνωση τόσο των διαστημικών καιρικών φαινομένων όσο και των φυσικών καταστροφών.
Η αξιοποίηση των δεδομένων που συλλέγονται από την αποστολή «Swarm» ενισχύεται σημαντικά μέσω του συνδυασμού τους με επιπρόσθετα στοιχεία. Συγκεκριμένα, τα δεδομένα αυτά συμπληρώνονται με πληροφορίες από την αποστολή Copernicus Sentinel-5P, η οποία παρέχει δεδομένα σχετικά με την ατμοσφαιρική σύνθεση και την ποιότητα του αέρα, καθώς και με παρατηρήσεις που πραγματοποιούνται από επίγεια δίκτυα. Αυτός ο συνδυασμός δορυφορικών και επίγειων δεδομένων είναι καθοριστικός, καθώς μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στη διάκριση των «υπογραφών» – δηλαδή των χαρακτηριστικών σημάτων ή μοτίβων – που αφήνουν στην ιονόσφαιρα τα φαινόμενα εκείνα που συνδέονται άμεσα με διεργασίες και γεγονότα που εκτυλίσσονται στην επιφάνεια ή στο εσωτερικό της Γης. Η ικανότητα αυτή επιτρέπει στους ερευνητές να αναγνωρίζουν και να απομονώνουν τα σήματα που προέρχονται από γεωλογικά φαινόμενα, όπως σεισμοί ή ηφαιστειακές εκρήξεις, από εκείνα που οφείλονται σε διαστημικά φαινόμενα, βελτιώνοντας έτσι την ακρίβεια της ανάλυσης και της πρόγνωσης.
Για την αποτελεσματική επεξεργασία και ανάλυση του τεράστιου όγκου των δορυφορικών και επίγειων δεδομένων, οι ερευνητές του έργου «Swarm-AWARE» χρησιμοποιούν προηγμένες μεθοδολογίες και εργαλεία. Συγκεκριμένα, αξιοποιούν τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (AI), η οποία, με τις δυνατότητές της στην αναγνώριση προτύπων και την εκμάθηση από δεδομένα, μπορεί να εντοπίσει λεπτές συσχετίσεις και ανωμαλίες που θα ήταν αδύνατο να ανιχνευθούν με συμβατικές μεθόδους. Παράλληλα, εφαρμόζονται και άλλα προηγμένα υπολογιστικά εργαλεία, όπως η ανάλυση χρονοσειρών. Η ανάλυση χρονοσειρών επιτρέπει τη μελέτη των δεδομένων ως προς τη χρονική τους εξέλιξη, αναγνωρίζοντας τάσεις, περιοδικότητες και ξαφνικές μεταβολές που μπορεί να υποδηλώνουν την εκδήλωση ενός φαινομένου. Ο συνδυασμός αυτών των τεχνικών είναι ζωτικής σημασίας για την ακριβή εντόπιση της πηγής των σημάτων που καταγράφονται, επιτρέποντας στους επιστήμονες να προσδιορίσουν εάν ένα συγκεκριμένο σήμα προέρχεται από ένα διαστημικό γεγονός ή από μια φυσική καταστροφή στη Γη.

Η ιδιαιτερότητα του έργου «Swarm-AWARE»
Ο κύριος Γεώργιος Μπαλάσης, ο οποίος κατέχει τη θέση του διευθυντή ερευνών στο Ινστιτούτο Αστροφυσικής, Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης (ΙΑΑΔΕΤ) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, υπογράμμισε, σε δηλώσεις του προς το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ), την ιδιαίτερη και μοναδική φύση του έργου «Swarm-AWARE». Όπως επεσήμανε, «η ιδιαιτερότητα αυτού [του έργου] έγκειται στην ανίχνευση σημάτων σχετικών με τον διαστημικό καιρό, όπου διερευνούμε το πώς διαστημικά φαινόμενα αλληλεπιδρούν με το μαγνητικό πεδίο [της Γης], καθώς και σχετικών με τους φυσικούς κινδύνους, όπως σεισμοί, τσουνάμι και ηφαίστεια. Με τα ίδια δεδομένα λοιπόν κοιτάζουμε εκτός Γης και εντός Γης». Αυτή η διπλή εστίαση, δηλαδή η ταυτόχρονη παρακολούθηση τόσο των εξωγήινων επιδράσεων όσο και των ενδογενών γεωλογικών φαινομένων χρησιμοποιώντας την ίδια πηγή δεδομένων, αποτελεί ένα καινοτόμο χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί το «Swarm-AWARE» από άλλες ερευνητικές πρωτοβουλίες. Η ικανότητα να αναλύονται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του διαστημικού περιβάλλοντος και του μαγνητικού πεδίου της Γης, παράλληλα με την ανίχνευση προδρόμων σημάτων φυσικών καταστροφών, προσδίδει στο έργο μια ευρεία εφαρμογή και πολλαπλά οφέλη για την επιστημονική κοινότητα και την κοινωνία.
Ο κύριος Μπαλάσης προχώρησε σε περαιτέρω επεξηγήσεις, αναλύοντας τις τρέχουσες συνθήκες που ευνοούν την έρευνα στον τομέα του διαστημικού καιρού. Όπως εξήγησε, τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια αυξημένη ηλιακή δραστηριότητα, η οποία έχει οδηγήσει στην εκδήλωση ισχυρών μαγνητικών καταιγίδων. Αυτή η περίοδος αυξημένης δραστηριότητας προσφέρει στους ερευνητές μια μοναδική ευκαιρία να μελετήσουν πλούσια και ποικίλα δεδομένα, τα οποία είναι απαραίτητα για την καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών των ηλιακών καταιγίδων και των επιπτώσεών τους στη Γη. Αντίθετα, η κατάσταση όσον αφορά τα σήματα που συνδέονται με φυσικούς κινδύνους, όπως οι σεισμοί και τα τσουνάμι, είναι διαφορετική. Τα σήματα αυτά είναι, εκ φύσεως, αρκετά ασθενέστερα σε σύγκριση με εκείνα που προκαλούνται από τις ηλιακές καταιγίδες. Αυτή η εγγενής αδυναμία των σημάτων δημιουργεί μια σημαντική δυσκολία στην ανίχνευσή τους, καθιστώντας την ερευνητική διαδικασία πιο απαιτητική. Ως εκ τούτου, όπως τόνισε ο κύριος Μπαλάσης, «χρειάζεται αρκετή λεπτομέρεια στην ανάλυσή τους και αυτό επιτυγχάνεται με τις προηγμένες μεθόδους που χρησιμοποιούμε». Η εφαρμογή εξελιγμένων αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης και άλλων υπολογιστικών τεχνικών είναι επομένως απαραίτητη για την εξαγωγή αξιόπιστων πληροφοριών από αυτά τα ασθενή σήματα, επιτρέποντας την έγκαιρη ανίχνευση και την καλύτερη κατανόηση των φυσικών καταστροφών.
Σημαντικό βήμα η ανίχνευση διαταραχών πριν κάποιο φυσικό κίνδυνο
Στην αρχική φάση της ερευνητικής της προσπάθειας, η ομάδα του έργου «Swarm-AWARE» έχει επικεντρώσει την προσοχή της στη μελέτη και ανίχνευση σημάτων που προέρχονται από ηφαιστειακές εκρήξεις. Η επιλογή αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι οι ατμοσφαιρικές διαταραχές που ακολουθούν μια ηφαιστειακή έκρηξη είναι αρκετά ισχυρές και μπορούν να φτάσουν σε μεγάλα υψόμετρα, εισχωρώντας στην ιονόσφαιρα. Εκεί, οι διαταραχές αυτές είναι δυνατόν να ανιχνευθούν από τα ευαίσθητα μαγνητόμετρα που φέρουν οι δορυφόροι της αποστολής «Swarm». Η ικανότητα ανίχνευσης αυτών των σημάτων μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη και τις επιπτώσεις των ηφαιστειακών φαινομένων. Πέρα από τις ηφαιστειακές εκρήξεις, η ερευνητική ομάδα έχει θέσει ως επόμενο στόχο να επιχειρήσει τον εντοπισμό μαγνητικών σημάτων που σχετίζονται με την εκδήλωση τσουνάμι, καθώς και με μεγάλους σεισμούς που χαρακτηρίζονται από μικρό εστιακό βάθος. Η ανίχνευση τέτοιων σημάτων, αν και τεχνικά πιο απαιτητική λόγω της ασθενέστερης φύσης τους, θα αποτελούσε ένα τεράστιο βήμα προς την κατεύθυνση της έγκαιρης προειδοποίησης για αυτές τις καταστροφικές φυσικές απειλές.
Ο απώτερος στόχος της ερευνητικής αυτής προσπάθειας, όπως συνοψίζει ο κύριος Μπαλάσης, είναι η ουσιαστική βελτίωση των υφιστάμενων μοντέλων που χρησιμοποιούνται για την πρόγνωση των διαφόρων φαινομένων, με απώτερο σκοπό τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων που αυτά προκαλούν στη Γη και στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Όσον αφορά ειδικότερα στα φυσικά φαινόμενα που εκδηλώνονται στη Γη, ο κύριος Μπαλάσης παραδέχεται ότι «είμαστε πολύ μακριά [από μια πλήρη λύση], [πρόκειται για] ένα ανοιχτό ερευνητικό πρόβλημα». Αυτό σημαίνει ότι η πλήρης και ακριβής πρόγνωση σεισμών ή τσουνάμι παραμένει μια σημαντική επιστημονική πρόκληση, η οποία απαιτεί περαιτέρω εκτεταμένη έρευνα και ανάπτυξη. Ωστόσο, όπως τονίζει, «αλλά η ανίχνευση των διαταραχών πριν από κάποιον φυσικό κίνδυνο θα είναι ένα σημαντικό βήμα». Η ικανότητα δηλαδή να εντοπίζονται προδρόμα σήματα ή ανωμαλίες στο μαγνητικό πεδίο ή στην ιονόσφαιρα, ακόμη και αν δεν οδηγούν σε μια πλήρη πρόγνωση του γεγονότος, θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμο χρόνο για την εφαρμογή μέτρων προστασίας και την ελαχιστοποίηση των απωλειών. Αυτό το ενδιάμεσο βήμα, η έγκαιρη ανίχνευση διαταραχών, αποτελεί έναν ρεαλιστικό και εξαιρετικά σημαντικό στόχο για την ερευνητική κοινότητα, καθώς μπορεί να συμβάλει άμεσα στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κοινωνιών έναντι των φυσικών καταστροφών.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ