Ο κλάδος των έξυπνων τηλεφώνων (smartphones) παρουσιάζει συνεχή και ταχεία εξέλιξη. Οι συσκευές καθίστανται ολοένα και πιο ισχυρές, οι κάμερες βελτιώνονται διαρκώς, η αυτονομία των μπαταριών αυξάνεται, ενώ οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης ενσωματώνονται βαθύτερα στην καθημερινή χρήση. Παρά την τεχνολογική αυτή πρόοδο, ένα αξιοσημείωτο παράδοξο παρατηρείται στην παγκόσμια αγορά κινητής τηλεφωνίας. Οι χρήστες καθυστερούν την αντικατάσταση των συσκευών τους, δεν εκμεταλλεύονται τις διαθέσιμες υπηρεσίες προστασίας και συχνά αποφεύγουν την ανταλλαγή (trade-in) των παλαιών τους κινητών τηλεφώνων.
Βάσει του πρόσφατου white paper, το οποίο εκπονήθηκε και βασίζεται σε έρευνες της εταιρείας SquareTrade, η αιτία αυτού του φαινομένου εντοπίζεται σε αυτό που περιγράφεται ως «Confidence Gap», δηλαδή το χάσμα εμπιστοσύνης που αναπτύσσεται μεταξύ της πρόθεσης και της τελικής απόφασης. Το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως υπογραμμίζεται, δεν συνιστά ζήτημα έλλειψης ζήτησης. Οι καταναλωτές εξακολουθούν να επιθυμούν βελτιωμένες συσκευές, αναβαθμίσεις και αυξημένη ασφάλεια. Η δυσκολία έγκειται στην πολυπλοκότητα της συνολικής διαδρομής του χρήστη: όταν διαφορετικές εταιρείες εμπλέκονται για την προμήθεια της συσκευής, την ασφάλιση, την προστασία των δεδομένων και την ανταλλαγή, τότε η σύγχυση κλιμακώνεται και η εμπιστοσύνη μειώνεται.

Οι καταναλωτές διατηρούν την ίδια συσκευή για διάστημα άνω των 3,5 ετών
Η μελέτη αποκαλύπτει ότι σημαντικός αριθμός καταναλωτών διατηρεί πλέον τα κινητά του τηλέφωνα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 3,5 έτη. Αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη ελκυστικότητας των νέων συσκευών, αλλά στο γεγονός ότι η διαδικασία αγοράς και αναβάθμισης εμφανίζεται πιο περίπλοκη από ποτέ. Η αβεβαιότητα που περιβάλλει τις εγγυήσεις, τις καλύψεις προστασίας, το κόστος της αναβάθμισης ή ακόμα και τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας. Σε αυτό το στάδιο, το αποκαλούμενο Confidence Gap εκδηλώνεται όταν ο καταναλωτής αδυνατεί να εκτιμήσει τη συνολική αξία που προσφέρει η κατοχή μιας συγκεκριμένης συσκευής.
Η πληθώρα των διαθέσιμων επιλογών, συμπεριλαμβανομένων των μοντέλων, των αποθηκευτικών χώρων, των χρηματοδοτικών προγραμμάτων, των πακέτων προστασίας και των δυνατοτήτων ανταλλαγής (trade-in), συχνά οδηγεί σε υπερφόρτωση πληροφοριών. Όπως επισημαίνεται στο white paper, οι καταναλωτές τείνουν να επιλέγουν την επιλογή που φαντάζει οικονομικότερη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, υποτιμώντας ωστόσο παράγοντες που επηρεάζουν το συνολικό κόστος χρήσης της συσκευής μακροπρόθεσμα.
Επιπλέον, αξιοσημείωτο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναπτυσσόμενη αγορά των ανακατασκευασμένων (refurbished) συσκευών. Παρόλο που η ζήτηση για αυτές ενισχύεται λόγω του χαμηλότερου κόστους τους, το επίπεδο εμπιστοσύνης παραμένει περιορισμένο. Η κατάσταση της συσκευής και η πραγματική της ποιότητα εξακολουθούν να προκαλούν επιφυλάξεις στους καταναλωτές. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στο στάδιο της χρήσης, καθώς το κινητό έχει εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 75% των χρηστών παγκοσμίως θεωρεί το κινητό του ως βασικό εργαλείο για τις οικονομικές του συναλλαγές, ενώ το 72% δηλώνει ότι αποτελεί την πύλη.
Παρά την εκτεταμένη αυτή εξάρτηση, το επίπεδο προστασίας παραμένει χαμηλό. Σχεδόν τα δύο τρίτα των χρηστών εκφράζουν ανησυχία για κλοπή ταυτότητας ή απώλεια δεδομένων σε περίπτωση κλοπής ή απώλειας της συσκευής τους. Ωστόσο, μόλις το 8% έχει εγγραφεί σε υπηρεσίες προστασίας ταυτότητας και μόνο το 12% έχει προβεί σε αγορά κάποιου είδους ασφαλιστικής κάλυψης για την ψηφιακή του ζωή. Επιπλέον, το 45% των χρηστών δεν καταβάλλει αντίτιμο για υπηρεσίες δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας (backup) ή ανάκτησης δεδομένων, παρόλο που χρησιμοποιεί το κινητό του ως κύριο μέσο. Αυτή η αντίφαση αντικατοπτρίζει ακριβώς το Confidence Gap: οι καταναλωτές είναι ενήμεροι για τον κίνδυνο, αλλά δυσκολεύονται να λειτουργήσουν εντός ενός περίπλοκου και αποσπασματικού οικοσυστήματος υπηρεσιών.
Η κατάσταση καθίσταται ακόμη πιο ευδιάκριτη στο στάδιο της ανταλλαγής (trade-in). Ενώ το 72% των καταναλωτών θεωρεί ότι η ανταλλαγή παλαιών κινητών τηλεφώνων είναι οικονομικά συμφέρουσα, σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι δεν προχωρούν ποτέ σε διαδικασία trade-in όταν αντικαθιστούν τη συσκευή τους. Η κύρια αιτία είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στην εν λόγω διαδικασία. Συγκεκριμένα, το 68% ανησυχεί για τον τρόπο διαχείρισης των προσωπικών δεδομένων κατά την ανταλλαγή της συσκευής, ενώ το 38% δηλώνει ότι αυτή ακριβώς η ανησυχία μειώνει την πιθανότητα συμμετοχής σε κάποιο πρόγραμμα trade-in.
Η οικονομία των συρταριών: Δισεκατομμύρια αχρησιμοποίητες συσκευές
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται αυτό που η έρευνα χαρακτηρίζει ως «Drawer Economy», δηλαδή η οικονομία των συρταριών. Δισεκατομμύρια παλαιές συσκευές παραμένουν αδρανείς εντός οικιών και γραφείων ανά τον κόσμο, αντί να επανενταχθούν στην αγορά μέσω διαδικασιών ανακύκλωσης ή επαναχρησιμοποίησης. Τα στατιστικά στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι καταναλωτές διατηρούν κατά μέσο όρο 1,8 παλαιές συσκευές, ενώ σε αγορές όπως η Ινδία και η Ιταλία, ο αριθμός αυτός υπερβαίνει τις δύο συσκευές ανά χρήστη. Η GSMA υπολογίζει ότι περισσότερα από 5,3 δισεκατομμύρια κινητά τηλέφωνα παραμένουν αχρησιμοποίητα σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που αντιπροσωπεύει μια τεράστια ανεκμετάλλευτη εμπορική αξία, καθώς και χαμένες ευκαιρίες για την ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας.
Το white paper υποστηρίζει ότι το Confidence Gap έχει πλέον αναδειχθεί σε έναν σημαντικό οικονομικό και περιβαλλοντικό παράγοντα. Όταν οι καταναλωτές αισθάνονται εμπιστοσύνη, προχωρούν σε αλλαγή συσκευής νωρίτερα, υιοθετούν συχνότερα υπηρεσίες προστασίας και συμμετέχουν ενεργότερα σε προγράμματα ανταλλαγής (trade-in). Αντιθέτως, όταν επικρατεί η αβεβαιότητα, καθυστερούν τις αποφάσεις τους και διατηρούν παλαιότερες συσκευές εκτός της αγοράς. Η SquareTrade προτείνει ως λύση ένα πιο ενοποιημένο μοντέλο παροχής υπηρεσιών, όπου η αγορά, η προστασία, η αναβάθμιση και η ανταλλαγή συσκευών λειτουργούν ως μία ενιαία εμπειρία. Σύμφωνα με τη μελέτη, η διαφάνεια, η σαφήνεια και η απλοποίηση είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης του κλάδου θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το κατά πόσο οι εταιρείες θα καταφέρουν να μειώσουν την πολυπλοκότητα και να εξασφαλίσουν ότι ο καταναλωτής αισθάνεται ασφαλής σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Για έναν κλάδο που βασίζεται ολοένα και περισσότερο στις συνδρομητικές υπηρεσίες, στις αναβαθμίσεις και στην κυκλική οικονομία, η εμπιστοσύνη μετατρέπεται πλέον σε έναν θεμελιώδη επιχειρηματικό δείκτη.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ